Τα κόκκινα της Άνοιξης: Λικέρ Τσέρρυ

Κεράσι δηλαδή, αλλά θυμάμαι πιο μικρή τσέρρυ το άκουγα. Όχι στο χωριό μου βέβαια που κεράσια δεν έβγαζε  μα στην πόλη που μέναμε, που όσο να ναι τη δεκαετία του 70 είχε αρχίσει να εξευρωπαΐζεται. Προσωπικά τα κεράσια  δεν τα γνώριζα ως φρούτα, τουλάχιστον μέχρι να φτάσω δημοτικό. Είχαν κουκούτσια κι ως εκ τούτου η μάνα μου δεν τα έφερνε στο σπίτι.  Εδώ με άφησε στο έδαφος να περπατήσω αφού έκλεισα τα δυόμιση, εποχή δηλαδή που ήδη άλλα παιδιά έχουν βγάλει δίπλωμα για νταλίκα, από το φόβο μην κρυώσω από τα τσιμέντα της αυλής, κεράσια θα μου δινε; Ακαδημαϊκά τα χα δει στη γρια Πετσάβα που τότε είχε το μανάβικο της στην κεντρική οδό της πόλης, μα καθώς φοβόμουν στην όψη της δεν πολυκαθόμουν έξω από το μαγαζί της να πιάσω συζήτηση για το τι είναι τούτο και τι το άλλο. Εξάλλου η Πετσάβα γνώριζε τη μάνα μου και όπως όλες οι γνωστές της-Πόντιες δεν ήταν;- συνηγορούσε στην ψυχοπαθολογία της  υπερπροστατευτικής μητέρας.

Μια μέρα μας επισκέφθηκαν σόγια μας από τη Βέροια. Στην Ανταλλαγή ήρθαν με τους δικούς μας μέχρι την Καλαμαριά μαζί, μα δε θέλησαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους στα ορεινά της Βόρειας Ελλάδας και κατέληξαν στον κάμπο της. Η θεία Πελαγία ήταν σχεδόν ένας μύθος για εμένα γιατί πάντα άκουγα γι αυτή και ουδέποτε την είχα δει. Όταν έγινε κι αυτό ήταν έρωτας μεγάλος με την πρώτη ματιά. Όχι ότι την θυμάμαι καθόλου πια, μα θυμάμαι ότι με έφερε ένα φουσκωτό καραβάκι για δώρο και αναγκάστηκε η μάνα μου να με το φουσκώσει, να το βάνει σε σκάφη με αληθινό νερό και να με αφήσει να πλατσουρίζω όση ώρα αυτές πίνανε καιφέ για να σκάσω και να χουν την ησυχία τους. Πράγμα αδιανόητο σε άλλη περίπτωση καθώς τα παιδιά που παίζουν με τα νερά κρυώνουν. Επίσης η θεία Πελαγία μας έφερε  και ένα καλάθι γεμάτο ίσαμε τον ουρανό κεράσια!!! Με τα έπλυνε κιόλας και με τα έδωσε να τα τρώω  όσο έπαιζα κι όλοι θαύμασαν το πόσο έξυπνο παιδάκι ήμουν που κατάφερα και δεν πνίγηκα, η γόμαρα της Πέμπτης Δημοτικού!

Ξέχασαν βεβαίως να με πουν ότι τα κουκούτσια τα φτύνουν … Όταν ανακάλυψε η μάνα μου ότι τα μάσαγα και κατάπινα και τα κουκούτσια ήταν πλέον αργά… Είχα καταφέρει να χωθώ μέσα στη σκάφη με τα νερά, ολόκληρη και  είχα καταφέρει να αδειάσω το μισό καλάθι. Ονειρεμένη εμπειρία ζωής!

Έκτοτε τα παιδικά μου όνειρα έγιναν κόκκινα!  Τα βράδυα ονειρευόμουν πελώρια κεράσια. Χιλιάδες! Κι εγώ ορμούσα κι έπεφτα πάνω τους και έτρωγα έτρωγα έτρωγα..μέχρι να ρθει το πρωί, να ξυπνήσω στο κρεβάτι μου όπου και πατούσα  τα κλάμματα από τον καημό μου γιατί εννοείται πως μετά την επίσκεψη της θείας Πελαγίας έκανα μαύρα μάτια να δω κεράσι, έστω και ζωγραφιστό.   Άμα μεγάλωσα περισσότερο κι έμαθα πως πιστεύουν άνθρωποι στη μετενσάρκωση είπα αμέσως πως έχουν δίκιο και πως εγώ ήξερα τι ήμουν στις προηγούμενες ζωές μου: σκουλήκι σε κεράσι!

Εννοείται πως πλέον ως ενήλικη και κυρίαρχη της ζωής μου αγοράζω τα κεράσια με τα κιλά και τα τρώω παρέα με τον μεγάλο γιο, μαζί με τα κουκούτσια και μπροστά στην μάνα μου η οποία μετά βαρυστομαχιάζει πάραυτα και μάλιστα εις διπλούν.

Αν κάποια περισσέψουν, σπάνιο στο σπίτι μας , τα κάμουμε λικέρ που είναι από τα ωραιότερα είναι η αλήθεια.

Έχει όμως λίγο ζόρισμα στην διαδικασία μιας και τα κεράσια αφού τα πλύνουμε καλά τα καθαρίζουμε από κοτσάνια, φύλλα ΚΑΙ κουκούτσια. Η εκδίκηση της Πόντιας μάνας! Φφφφφ!

Για ένα κιλό κεράσια βάζουμε συνήθως μισό κιλό ζάχαρη και περίπου στο ένα λίτρο (κάτι λιγότερο) αλκοόλ της προτίμησης μας. Άμα θέλουμε βάζουμε και μισή χούφτα γαρύφαλλα  και δυο ξυλάκια κανέλας. Κλείνουμε καλά το βάζο και το βάζουμε στο φως αλλά όχι στον ήλιο και το καμαρώνουμε για 40 μέρες και 40 νύχτες. Στο λικέρ κεράσι και παραπάνω να μείνει στο βάζο το μίγμα μας για ζύμωση δε μας πειράζει. Νοστιμότερο γίνεται! Που και που το θυμόμαστε κι απαλά το ανακινούμε για να δέσει ζάχαρη με αλκοόλ.

‘Όταν το νοιώσουμε έτοιμο το σουρώνουμε με διπλό τούλι και βαμβάκι και τσεκάρουμε το δέσιμο. Αν δεν έδεσε είτε το ξαναβάζουμε για κάποιες μέρες ξανά στο βάζο είτε το βράζουμε και δένουμε σε απαλό, ρευστό πολύ, σιρόπι.

Καλόπιοτο σε όσους το κάμουν!

About Στάλα στη μνήμη

Ό,τι παρήλθε, πέρασε και δεν ξαναγυρίζει. Μ' αν είχε λάμψη δυνατή και πάλι θα φωτίζει. Κ. Καραθεοδωρή View all posts by Στάλα στη μνήμη

2 responses to “Τα κόκκινα της Άνοιξης: Λικέρ Τσέρρυ

  • kalimeris

    προσπαθώ να το φτιάξω αλλά με μια διαφορά το αλκοολ μπαινει στο τέλος. ετσι το κάνει ο παππούς μου. το προβλημά μου είναι ότι το κεράσι στην τρίτη μέρα μου βγάζει λευκά σκουλίκια. μια φορά το είχα κάνει με τον ίδιο τρόπο και δεν είχα πρόβλημα. τη μπορεί να φταίει?

  • Στάλα στη μνήμη

    Δεν την ξεύρω τη συνταγή με το αλκοόλ στο τέλος…Δηλαδή 40 ημέρες κρατάμε στη ζάχαρη τα κεράσια και μετά τα βάζουμε στο κονιάκ μας; Για τα σκουλήκια τι να πω..δεν μου τυχε πότε. Συγνώμη μα δε γνωρίζω για να σε βοηθήσω…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: