Category Archives: Ιστορίες καθημερινής τρέλας, κόρης Ποντίας μάνας.

Αναπαλαιώσεις…

Tεχνήματα-(4)

Την μανία της μανούλας να μαζεύει ότι σε πόρτα και παράθυρο ήταν πλέον άχρηστο, όταν οι θειάδες μου γκρέμιζαν τα σπίτια τους για να χτιστούν πολυκατοικίες, την πλήρωσε το σπίτι στο χωριό και φυσικά η νόμιμη κληρονόμος αυτού, η αυτού μεγαλειότης μου.

Η μαμά για να χωρέσει ότι είχε μαζέψει, έκτιζε και γκρέμιζε αβέρτα ντουβάρια, με τελικό αποτέλεσμα μια πόρτα εδώ, δύο παρακεί, ένα παράθυρο να βλέπει μέσα στο καθιστικό(!!!), ένα άλλο στην κρεβατοκάμαρα και να ναι κι ανάποδα βαλμένο-πως λέμε να φέρουμε τα πάνω κάτω το μαγαζι; Α γεια σου!- και διάφορα τέτοια χαρούμενα.

Άμα ανέλαβα το σπίτι εγώ, μια φρίκη την έφαγα από την παντελή απουσία αρμονίας. (Ήταν του χαοτικού η μανούλα και έτσι πάει μέχρι και σήμερα.) Σκέφτηκα ως και να το ρίξω και να χτίσω κάτι του γούστου μου. Ευτυχώς με φώτισε ο θεός και δεν το έκανα. Δεν καταστρέφεις το πνεύμα του άλλου επειδή δε συμφωνείς μαζί του… Εξάλλου αν μη τι άλλο ήταν αυθεντικό.

Μια λύση ήταν να αναπαλαιωθούν τα κομμάτια που μεμονωμένα ήταν όντως εξαιρετικά και το κάθε ένα είχε τη δική του όμορφη ιστορία. Τότε προέκυψε το αμέσως επόμενο πρόβλημα που είχα παιδαριωδώς παραβλέψει..Πως αναπαλαιώνεις αντίκα ( ε.. στο σχεδόν αντίκα) με 8 στρώσεις λαδομπογιάς πάνω της; Και τεχνίτη να φέρεις κει στις δικές μας τις ερημιές και να τον χρυσοπληρώσεις κι από πάνω, θα σε δείρει και θα φύγει. Δεν παίζουν έτσι με τα νεύρα των ανθρώπων.

Tεχνήματα-(6)

Πήρα πλάνες, γυαλόχαρτα , υπομονή κι έτριβα νυχθημερόν. Κάποτε θέλησα να πάω και για καφέ γιατί είμαι κι άνθρωπος από όσο θυμάμαι. Τότε όμως θυμήθηκε και η αγία Άνοια, ότι είχε πριν διακόσια χρόνια αγορασμένα και φυλαγμένα στην αποθήκη κουτιά με λαδομπογιές!

Το «Να αναπάεσε πούλιμ..» ως απάντηση της, στο γιατί ρε μάνα μου το κανες αυτό, με βοήθησε να δω πως ούτε έχω κι ούτε θα χω τύχη ποτέ μαζί της.

Αυτό όμως όλο έχει και τη θετική του πλευρά: δημιουργήσαμε νέο ρεύμα στο χώρο της τεχνικής των αναπαλαιώσεων. Το τρία ου κουτουρού: «δυο χέρια λαδομπογιά κι από πάνω ένα χέρι βερνίκι για φινίρισμα».

Advertisements

Το φορεματάκι της μαμάς κι ο Γέργον ο τσιλντέας.

Image

 

Το πρώτο καλό φόρεμα της μαμάς ως μέλλουσας δεσποινίδας της το χε ράψει η Μαρία τη Κώστη που ήταν πολύ προκομμένη νύφη μας από μαύρο βελούδο και με ροζ σιφόν τριαντάφυλλο στο μπούστο δεξιά για μπουτονιέρα, με ύφασμα που της έφερε από τη Σαλονίκη η Γαλήνη, που πήγε στα καπνομάγαζα και μεγαλοπιάστηκε και κάθε που γύρναγε στο χωριό όλο και κάτι καινούργιο φόραγε κι έκαμες τις γριες να σκάνε από τη ζήλεια τους για τις ομορφάδες και τα καμώματα της.

Το ραψε το βελούδο η Μαρία, κουτί της έπεφτε της μανούλας, χάρηκε και η Γαλήνη που η φιλενάδα της ήταν λιγότερο χωριό από τα πριν αλλά μαύρο βελούδο με ροζ σιφόν στην Κόλα που να το φορέσει άνθρωπος και που να πάει με δαύτο; Ξεμανίκωτο όπως ήταν, ούτε ο παππάς  στην εκκλησία την έβαζε την έρμη με δαύτο.

Άμα το δε και η Λισάβ στήθηκε ένα μικρό δράμα με αυτοκτονίες για την εξώλης και προώλης που χε σπίτι της, ε απόσωσε και η μάνα που πίστευε τα καμώματα της δίκης της μάνας, είδε κι απόειδε πως και να της επέτρεπαν να το φορέσει ,παπούτσια στα πόδια δεν  είχε, πήρε κι αυτή το καρφί και το κάρφωσε στον τοίχο.

Ε έτσι η Λισάβ το δέχθηκε. Σε λέει νέα μόδα στις πάντες τοίχου είναι τούτο μην κακοκαρδίσω τα κορίτσια!

Μια μέρα και μια νύχτα έμεινε καρφωμένο το φόρεμα στο τοίχο αλλά η μαμά το χε περίσσιο καμάρι. Πάντα ξεπάντα ήταν η πιο όμορφη και καμιά δεν είχε τέτοια! Άμα της αγόραζαν και παπούτσια θα τα κάρφωνε κι αυτά από κάτω και θα γινόταν κούκλα το ντουβάρι.

Σαν ξημέρωσε η άλλη μέρα και πήγε και γύρισε στο χωράφι η μάνα βρήκε στον τοίχο μοναχά το καρφί και πολύ στενοχωρέθηκε. Πήγε στη δική της μάνα  που την πέρασε γενεές 14 που άφησε να της κλέψουν πράγμα και διπλά αδικημένη το αποφάσισε πως από κεινη την ώρα και μετά θα φύλαγε όλα της τα πράγματα σαν τα μάτια της. Μια που το πε μια που το καμε.

Έκτοτε συνέχεια καταχώνιαζε το ότι είχε και δεν είχε με τρελά επεισόδια σχετικά που δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν.

Τα χρόνια πέρασαν η μαμά έγινε αληθινή δεσποινίδα πήγε κι αυτή Σαλονίκη και γνώρισε από πρώτο χέρι τι καλά περνούσε η Γαλήνη στα καπνομάγαζα. Από καιρό σε καιρό γυρνούσε στο χωριό και έσκανε κι αυτή της γριες με τα όμορφα φορέματα και τα μακριά μαλλιά της.

Η Μαρία τη Θέμιστονος είχε ήδη γεννήσει τον Γέργον  και αυτός μπορεί και στο δημοτικό να ήταν όταν πήγε η μάνα μου να τον εβρεί εκείνη την ημέρα και να τον φιλήσει γιατί πολύ της έλλειπε το μωρό ( αυτό το… μωρό, άμα το λέει τα νεύρα πως με σπάει… Ο άνθρωπος σπούδασε γιατρός, παντρεύτηκε, έκαμε δυο παιδιά, είδε δυο εγγόνια, πήρε σύνταξη κι ακόμη γι αυτές  μωρό είναι…) τον καιρό που καθόταν Σαλονίκη.

Αμά ο Γέργον κοιμόταν και δυο σοκολάτες που κρατούσε στα χέρια της η μαμά γι αυτόν, σήκωσε το στρωματάκι του και τις καταχώνιασε εκεί. Όταν θα ξύπναγε το θεώρησε πολύ φυσικό πως εκεί θα ψάξει το… μωρό να βρει το δώρο της θείας.

Αυτά τα πολύ φυσικά της μάνας μου πάντα πολύ αφύσικα ήταν, αλλά ούτε αυτό είναι της παρούσης.

Στο δρόμο για το σπίτι της ήρθε αναλαμπή! Ο Γέργον ετσίλντευεν απάνητ!

Πω!Πω! Χάλια θα έκαμε τις σοκολάτες!

Γυρνάει πίσω, σηκώνει το σωματάκι-τότε μάλλον ακόμη θυμόταν που έβαζε τι – και βρίσκει το μαύρο της φόρεμα ως σελτεδάκι στο κάτω στρώμα το καλό!

Απόμεινε να το κοιτάει σα χαζή για ώρα. Από τις δυο νύφες Μαρίες που χε, η μια έραβε η άλλη έκλεβε ότι έραβε η άλλη. Συλλογίστηκε αρκετά, άφησε πίσω φόρεμα και σοκολάτες κι έφυγε.

Άμα τη ρώτησα γιατί δεν πήρε το φόρεμα της πίσω η απάντηση ήταν αποστομωτική: Αν το έπαιρνε το μωρό θα λέρωνε το καλό του το στρώμα.

Σωστά! Αυτό δεν το χα σκεφθεί. Κι άντε να τον καλοπαντρέψουμε χωρίς αυτό ε;

Ε κιτί… Μυαλά θύματα από κούνια!


«Τα χαρτίαμ!!!» Μια επισταμένη μελέτη πάνω στις σύγχρονες μορφές άνοιας και παράνοιας της Πόντιας μάνας.

Μεγάλωσε και η μαμά κι ήρθε η ώρα της να πέσει και φυσικά μας προέκυψε άνοια καθότι με τη Μαυροθαλασσίτικη κράση της  δεν μπορούσε ούτε κι ο Θεός να τα βάνει.  Στα ογδονταφεύγα της,  κοντά ενενήντα  πια, θυμάται με απόλυτη διαύγεια και καθαρότητα κάθε δευτερόλεπτο της ζωής που έζησε και κοντεύει να στείλει στο τρελλάδικο όλους εμάς που η Άνοια και το Αλτσχάιμερ ήταν συμβιβασμένα στο νου μας με την απώλεια Μνήμης. Αντιθέτως, από δαύτην μια χαρά τα πάει, ενώ εμείς έχουμε λαιστί «σφυρίξει» ακούγοντας για χιλιοστή ίσως φορά όλη την παιδική της ηλικία και πως ο θείος ο Ηλίας ήταν ο εξυπνότερος και ομορφότερος τη χωρί ενώ ο θείος ο Θέμιστος, ο πιο προκομένος και σκοινί κορδόνι με τα καλύτερα πάμε έτσι πίσω στο σόι γενεές  δεκατέσσερες. Εκεί κοιμόμαστε συνήθως και συνεχίζει μοναχή της και με την προ Χριστού εποχή.

Οι γιατροί μας έδωσαν τα λεγόμενα χάπια Μνήμης τα οποία και φυσικά διακόψαμε με την πάροδο από τη λήψη τους, περίπου, ενός έτους, αφού η βασική της Μνήμη ήταν μία χαρά στην ουσία. Μας είπαν πως στη γεροντική άνοια η προσωρινή Μνήμη πλήττεται  κι εκεί συνίσταται η βοήθεια των φαρμάκων αλλά κι αυτόν τον Μύθο τον κατέρριψε η Πόντια μάνα.  Μια χαρά θυμάται να σχολιάσει το πότε μπαίνουμε και το πότε βγαίνουμε από το σπίτι αλλά και να μας μεταφέρει με κάθε λεπτομέρεια το βράδυ, την συζήτηση που χε με τη γειτόνισσα το πρωί στο μπαλκόνι. Κατά τα άλλα έχει Άνοια…

Αυτό που παρατηρήσαμε οι οικείοι ήταν πως έχει υπάρξει όντως μια μεταβολή στην διαδικασία ενθύμησης αλλά η όποια δυσλειτουργία της έχει να κάμει με συναισθηματικές εντάσεις , σχετιζόμενες με βαθύτερους φόβους της κι  απόρροια των εντάσεων τούτων είναι οι όποιες δυσλειτουργίες της Μνήμης. Για να γίνει τούτο κατανοητό στον επιστήμονα του Μέλλοντος που θα αποφασίσει να ερευνήσει την Άνοια στους Ποντιακούς πληθυσμούς, παραθέτω το παράδειγμα με  «τα χαρτία». Continue reading


NO PASSARAN! ή αλλιώς η Επανάσταση του Παγωτού.

Αν εξαιρέσει κανείς την ημέρα που δραστικά αποχωρίστηκαν οι αμυγδαλές από το υπόλοιπο σώμα μου, πρώτη φόρα έφαγα παγωτό εκεί κοντά όταν τελείωνα το Δημοτικό και ξεκινούσα το Γυμνάσιο. Για μοναχοπαίδι Ποντίας μάνας που περπάτησε στα δύομιση- ολόκληρη γομάρα δηλαδή- γιατί υπήρχε ο φόβος να κρυώσω πατώντας στο έδαφος, το να φάω ένα ολόκληρο παγωτό στα 13 μου ήταν η Μεγάλη μου Επανάσταση. Continue reading


Ο Ψήφον

(Το πίνακα ζωγράφισε η μητέρα μου, Σαββίδου Χρυσή στη δεκαετία του 90.)

Χρόνια ολόκληρα φανατική οπαδός  του ΠΑΣΟΚ η μητέρα μου.

Γράμματα δεν γνώριζε  αλλά ανελλιπώς αγόραζε την Αυριανή, την ξεφύλλιζε και …συμφωνούσε με τα γραφόμενα!

Κάποιες εκλογές  θυμάμαι να την προτρέπω να πάμε στο χωριό να ψηφίσει, μιας και είχαμε και τον ξάδελφο που ζήταγε την ψήφο

“Αν δεν πάω τι θα μου κάνουν;” με  ρωτάει.

« Ε δε θα σε μιλάει ο ανηψιός σου,  της απαντώ.

“Φυλακή επορούν να βάλνε με;” με ξαναρωτάει.

«Δεν το θεωρώ πιθανόν μητέρα»,  της λέω και της εξηγώ ότι στα ογδονταφεύγα δεν βάζουν τους ανθρώπους φυλακή.

“Αν εν αέτσ κι θέλω να πάγω σο χωρίον”, δηλώνει σοβαρή σοβαρή.

«Σύνελθε», την προτρέπω  ελαφρώς ειρωνικά εγώ, «θα χάσει το κόμμα έναν ψήφο!»

«Άντσαχ  ποίον κόμμα” με ρωτάει;

Α κάλα..είπαμε άρχισε η άνοια αλλά αυτό μοιάζει σοβαρό. «Το ΠΑΣΟΚ μαμά, τι ποιο κόμμα;», επεξηγώ τα ανεπεξήγητα.

Τι ήθελα κι αποτόλμησα να πω ΠΑΣΟΚ; Γυρνάει ανάποδα ο αέρας.  Ποιος είδε τη μάνα μου και δε φοβήθηκε! «Τι λες βρε (αμά θυμώνει τι καλά το γυρνάει στο Ελληνικό να ναι σίγουρη πως την καταλαβαίνω!) διαολόσπορε;  Ένα είναι το κόμμα! Το κομμουνιστικό!”

«Μα μαμά εσύ ΠΑΣΟΚ είσαι..Το ξέχασες;» ψελλίζω

«ΠΑΣΟΚ είμαι μέχρι να πάω σον ψήφον.» μου εξηγεί . «Σον ψήφον απάν αλλό κόμμα ασο ΚΚΕ κεν. Εχάτεψαν σο νησίν το αδελφόμ κι το θείοσ εντούναν ατον σην ασφάλεια απάν κι εγώ σο ΠΑΣΟΚ θα δίγω την ψήφομ; Επεεί έχσμεν;» καταλήγει.

«Ναι αλλά αν δεν πας στο χωριό ούτε στο ΚΚΕ θα την δώσεις», προσπαθώ να πω την εξυπνάδα μου εγώ, εμβρόντητη κατ ουσίαν που τόσα χρόνια δεν είχα πάρει χαμπάρι τι έκανε στις εκλογές η μητέρα μου.

Το σκέφτεται.. το ξανασκέφτεται, σηκώνει την άκρη από το στρώμα της, βγάζει έναν φάκελο από κάτω,  έρχεται, μου τον βάζει στον κόρφο και με αποτελειώνει: «Eγώ κι πορώ να σκούμε να πάγω σο χωρίον. Θα δαβέντς εσύ και με τεσόν τον ψήφον, ρούξον και τεμόν.»

Λ.Σαββίδου