Το παλιό μπαούλο της γιαγιάς Λισάβ.

Image

Το παλιό μπαούλο της γιαγιάς Λισάβ.

Με πονά η ψυχή άμα βλέπω πεταμένα τα παλιά μπαούλα. Που ξέρω πως το χω στο νου μου; Ίσως γιατί είχε και η καλομάνα μ’ δικό της ένα τέτοιο. Μα η γιαγιά Λισάβ, εκεί δεν έκρυβε σαν όλους τους άλλους ότι ήταν πολύτιμο γι αυτήν. Που και σάμπως τι είχε και ήταν αξίας; Καμιά ποδιά πιο καλή που δεν την είχε για την κάθε ημέρα, κανά μαύρο φουστάνι που της φέρναν τα κορίτσια από τη Σαλονίκη, τις κονσέρβες που αγόραζε με τη σύνταξη και τις παράχωνε στην άκρη να χει να δίνει στα παιδιά όταν ερχόταν να την επισκεφτούν, το τραπεζομάνδηλο που έφτιαξε η θεία Ευανθία για την προίκα μου…

Στην πραγματικότητα δεν είχε και κάτι δικό της να βάλει …ποτέ δεν ήθελε να έχει εξάλλου κάτι. Ότι αληθινά αγάπησε και ήταν κομμάτι της ψυχής της το άφησε στην Πατρίδα. Έξι παιδιά χαμένα. Πως να χωρέσει ο πόνος της σε ένα μπαούλο; Μετά στην Ελλάδα της έμεινε ο παππούς. Όταν πέθανε κι αυτός εξαφάνισε οτιδήποτε υλικό την έδενε μαζί του και με τη γη που τη γέννησε.

Και μετά χάθηκε σε έναν κόσμο όπου εκεί πότε δε σταμάτησε ο χρόνος γι αυτήν και η ζωή της συνέχισε κανονικά στο σπίτι της στο Σιόν στην Αργυρούπολη του Πόντου. Με αυτήν, την μικρότερη από τις νύφες, την πιο όμορφη και προκομμένη φυσικά. Με τον παππού νέο αλλά πολύ μεγαλύτερο της να την αγαπά πολύ και να ανέχεται στωικά τις ανυπόφορες ζήλειες της. Με την αναμονή του από τα πολυήμερα ταξίδια του στην Τραπεζούντα για τις δουλειές του και το «βγάλσιμο» της ψυχής του μετά γιατί την άφηνε μόνη να τη βασανίζουν οι ..άλλες (που ποιος τόλμαγε να βασανίσει τον κέρβερο ολόκληρης της περιοχής Αργυρουπόλεως, μην πω και Τραπεζούντος, αλλά άιντε..). Με το μεγάλωμα των μικρών που ποτέ δεν έφτασαν στην Ελλάδα. Με τα ανακατώματα των συννυφάδων μεταξύ τους. Με τον πεθερό της να ξυπνά χάραμα να φύγει στη δουλειά κι αυτή να μαζεύει με τις χούφτες τις λίρες που έπεφταν στο κρεβάτι από τις τσέπες του και να τις αποθηκεύει στο μυστικό τους μέρος γιατί σε αυτήν την πιο τίμια όλων είχε μόνον εμπιστοσύνη  ο πεθερός.

Χανόμουν κι εγώ μαζί της στον κόσμο της μα σαν φτάναμε στις λίρες ξυπνούσα κι έτρεχα στο μπαούλο. Φύλλο και φτερό το έκαμα και πίστευα εκεί κρύβει η γιαγιά το θησαυρό του πεθερού της. Με το παιδικό μυαλό μου χαιρόμουν τη στιγμή που θα έβρισκα το χρυσάφι και θα αγόραζα όλο το παγωτό από όλα τα ζαχαροπλαστεία και θα έκανα τρελές βούτες ολόκληρη μέσα σε αυτό! Και φυσικά δεν θα έδινα ούτε μισό κουταλάκι σε κανέναν! Ούτε και στη γιαγιά! Αυτή ήταν άρρωστη έξαλλου. Να της ανέβαζα αναιτίως το σάκχαρο;

Θυμάμαι πως συχνά πυκνά με καπάκωνε και το καπάκι από το μπαούλο και πατούσα τα κλάματα από το φόβο μου. Το να σκεφτώ να το σηκώσω να βγω ούτε λόγος. Έπρεπε οπωσδήποτε να με σώσουν για να μου αποδείξουν ότι ήμουν το κέντρο του σύμπαντος τους! Είδε και αποείδε η μάνα μου με τη ζαβομάρα μου δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα και μια μέρα που κοπάνησε το καπάκι το κεφάλι μου κι έμπηξα τα κλάματα με τράβηξε έξω από το μαλλί, με έδειξε το σχεδόν άδειο μπαούλο και πρώτη φορά μου είπε σοβαρά ανακατεύοντας τα κουτιά από τις κονσέρβες: «Εδώ μέσα η γιαγιά δεν κρύβει λίρες. Εδώ κρύβει την πραγματικότητα της γιατί δεν αντέχει να τη ζει».

Ζαβό ξεζαβό μια χαρά τα κατάλαβα όλα τούτα , όπως κατάλαβα πως η γιαγιά μισοέχασε το μυαλό της και ζούσε μαζί μας παρά μόνον ελάχιστα ως σώμα. Ο νους ή καρδιά και ψυχή της δεν έφυγαν ποτέ από τον τόπο της. Δεν είχε ανάγκη από ένα μπαούλο για να χωρέσει όλα όσα ζούσε σαν αλήθεια της. Το χε όμως ανάγκη για να χωρέσει ότι η φύση ορίζει ως απτό.

Σήμερα το μπαούλο της το πήρα στο σπίτι μου εγώ. Στη αρχή σκέφτηκα να βάζω μέσα ότι είχα από την οικογένεια μας. Μετά το καλοσκέφτηκα και είδα πως αυτό θα ταν πολύ τετριμμένο κι έξω από όλα όσα έζησα με τη γιαγιά μου.  Το άφησα κι εγώ λοιπόν αδειανό. Όσο έχω το μυαλό μου μια χαρά κάμει και για τραπεζάκι του καφέ, μα άμα το χάσω να χω χώρο να απλώσω κάπου την ύπαρξη μου J

Advertisements

Μεθυσμένα ωτία

Υλικά:

1 πακέτο βούτυρο (βιτάμ για πιο ελαφριά γεύση)

7 αυγά χωριάτικα

2 φλυτζάνια γιαούρτι

2 φλυτζάνια ζάχαρη

1 μπέικιν

1 σφηνάκι ούζο με γλυκάνισο

1 κούπα φρεσκοστυμένο χυμό πορτοκαλιού

1 κουταλάκι του γλυκού σόδα μαγειρική

2 κιλά αλεύρι για όλες τις χρήσεις

Τουλάχιστον 1 λίτρο λάδι για τα τηγάνισμα (ηλιέλαιο)

 

Εκτέλεση

Λιώνουμε ένα πακέτο βιτάμ και το αφήνουμε να γίνει χλιαρό.

Στο χλιαρό βιτάμ ρίχνουμε 2 κούπες ζάχαρη και τις αναμιγνύουμε μαζί του.

Σιγά σιγά δένουμε στο παραπάνω μίγμα και 2 κούπες γιαούρτι.

Ξεχωριστά χτυπάμε πολύ καλά 7 αυγά και τα προσθέτουμε στο μίγμα των υλικών μας.

Προσθέτουμε 1 μπέικιν και προαιρετικά μία βανίλια.

Σε ένα φλιτζανάκι του καφέ χλιαρό νερό διαλύουμε ένα κουταλάκι του γλυκού σόδα μαγειρική και το προσθέτουμε κι αυτό μαζί με την κούπα με τον χυμό του πορτοκαλιού.

Ένα σφηνάκι ούζο με γλυκάνισο θα προστεθεί κι αυτό στο τέλος για να ολοκληρωθεί το μίγμα μας πριν δεχθεί το αλεύρι.

Αφού έχουμε δέσει όλα τα υλικά μας σιγά σιγά προσθέτουμε περίπου 2 κιλά αλεύρι για όλες τις χρήσεις, ζυμώνοντας μέχρι να γίνει μία μαλακή ζύμη.

ωτία ζύμη

Αφήνουμε το ζυμάρι μας να ξεκουραστεί περίπου 15 λεπτά.

Ξαναζυμώνουμε απαλά.

ωτία ζύμη 2

Χωρίζουμε τη ζύμη σε μπάλες και με τον λεπτό πλάστη, τη χλαού, ανοίγουμε σε χοντρό φύλλο πάχους μισού δαχτύλου, πάνω σε αλευρωμένη επιφάνεια.

Το φύλλο που ανοίξαμε το χαράσσουμε και το κόβουμε σε λωρίδες φάρδους 3 δαχτύλων περίπου και λίγο λιγότερο.

ωτία ζύμη 3

Κάθε λωρίδα την κόβουμε σε τμήματα διαγωνίως, σχηματίζοντας ρόμβους.

ωτία ζύμη 4

Σε κάθε ρόμβο κάνουμε μια βαθιά χαραγματιά στο κέντρο του.

Περνάμε την μία άκρη του ρόμβου από την τρύπα του κέντρου και τη βράζουμε από την πίσω πλευρά. Τεντώνουμε.

ωτία 5

5b

Ετοιμάζουμε τα ωτία μας για τηγάνισμα. Βάζουμε μπόλικο ηλιέλαιο στο βαθύ τηγάνι μας και το αφήνουμε να πιάσει θερμοκρασία. Για να καταλάβουμε ότι είναι έτοιμο, ρίχνουμε λίγη από ζύμη μας, να μια σταλίστα, στο καυτό λάδι, κι όταν αυτή ανέβει πάνω και φουσκώσει ξέρουμε πως το λάδι ετοιμάστηκε.

6

Ρίχνουμε γρήγορα τα ωτία μας κι ένα ένα με πηρούνι τα γυρνάμε για να ψηθούν κι από τις δύο πλευρές.

7

Με μια σπάτουλα τρυπητή μαζεύουμε την τηγανιά μας και την βάζουμε σε ταψί που έχουμε στρώσει με απορροφητικό χαρτί κουζίνας.

8

Τα ωτία μας τα αφήνομε να στραγγίσουν καλά και να κρυώσουν κι έπειτα είναι έτοιμα για να σερβιριστούν!

9

Καλή Όρεξη!

Τη συνταγή εκτέλεσαν ανερυθρίαστα ένα Σαββάτο απόγευμα, ένα Σαββάτο βράδυ η Μαργαρίτα  η Νόπη, η Λένα κι ο Βαγγέλης. Στο πέρα δώθε ο Αχιλλέας.

DSCN7026

Η Νόπη και η Μαργαρίτα ανοίγουν φύλλο κι ο Βαγγέλης στο βάθος  κατακουράζεται να μιλάει στο κινητό.

DSCN7030

“Απίστευτο!!!!!!! Αυτές παίζουν ακόμη με τουβλάκια!”

DSCN7032

Ο επίσημος δοκιμαστής!

α

Ο κλέφτης των γλυκών από το βλέμμα στη φωτογραφία πιάνεται!

 Τα ωτία προσφέρθηκαν για τον μπουφέ της κοπής της ετήσιας πίτας της Ευξείνου Λέσχης Ποντίων και Μικρασιατών ν. Τρικάλων

DSCN7021


Βαλσαμόλαδο.

βαλσαμολαδο

 

Βαλσαμόλαδο.

“Αρχή μήλον εν κι αρχή κυδών εν
κι αρχή κυδών εν
Κι αρχή βάλσαμον το μυριγμένον
το μυριγμένον.”

Το βάλσαμο είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βοτάνια της Ελληνικής και όχι μόνον, χλωρίδας.

Οι θαυμαστές ιδιότητες του τον κατέτασσαν ως ένα από τα αγαπημένο βοτάνια του Ιπποκράτη, του Διοσκουρίδη και του Γαληνού.

Οι χρήσεις του πολλές και δεν πρέπει να λείπει από κανένα Ελληνικό σπίτι. Άνετα μπαίνει στη θέση πολλών άχρηστων κι επικίνδυνων φαρμάκων στο ντουλαπάκι μας και τα αντικαθιστά επάξια. Βοηθά σε έλκη, στην αμηνόροια, στην κατάθλιψη, στην πρόληψη και καταστολή ιώσεων, στον πυρετό, στην επούλωση πληγών, στα εγκαύματα, στα εξανθήματα, στις διαταραχές στομάχου, στην ημικρανία, σε προβλήματα ουρολογικής φύσης, στην ισχυαλγία, στην αϋπνία, σε δηλητηριάσεις, στον έρπη και χίλιες άλλες δυο περιπτώσεις, που φυσικά ξεχάσαμε ζώντας ευλαβικά τις αστικές ζωές μας.

Το Βαλσαμόχορτο συνήθως το πίνουμε ως αφέψημα, μα πολύ καλή πρακτική είναι και η παρασκευή του βαλσαμέλαιου που δεν είναι διόλου δύσκολη και μας λύνει συχνά τα χέρια μιας και θα το χρειαστούμε σε πολλές περιπτώσεις, όπως στο να κάνουμε εντριβές με αυτό, επαλείψεις εγκαυμάτων, πληγών, να το προσθέσουμε στα καλλυντικά μας και στο μπάνιο μας κτλ.

Το βαλσαμόχορτο το συλλέγουμε κοντά στον Ιούλιο. Σε μισό λίτρο ελαιόλαδο βάζουμε 150 γραμμάρια από τα άνθη του και κλείνουμε καλά το δοχείο μας, το οποίο και βάζουμε για ένα με δυο μήνες στον ήλιο μέχρι να ρίξει το χρώμα του, να γενεί κοκκινωπό δηλαδή, σημάδι ότι το λάδι μας τράβηξε όλα τα θρεπτικά συστατικά του φυτού. Μετά το περνάμε από τουλπάνι και το φυλάσσουμε σε σκουρόχρωμο μπουκάλι μακριά από το φως του ήλιου.

Προσωπικά χρησιμοποιώ πάντα εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο και τίποτε άλλο ακόμη και στη συνταγή αυτή που εννοείται το λάδι μετά δεν το τρώμε γιατί έχει ταγγίσει.

Το βαλσαμόλαδο το χρησιμοποιούμε συνήθως ώρες νυχτερινές ούτως ώστε να μην εκτεθούμε με αυτό στον ήλιο.

Αν θέλουμε το βαλσαμόλαδο μας για βρώση, τότε την παραπάνω διαδικασία την κάνουμε σε σκιερό μέρος.  Προσωπικά πάλι, σε αυτήν την περίπτωση χρησιμοποιώ όλο το φυτό, άνθη και ξυλώδη κορμό και δεν κρατώ σχολαστικά τις ημέρες αναμονής γιατί στην ουσία ενισχύω απλά το ελαιόλαδο με βαλσαμόχορτο και δεν παρασκευάζω ίαμα.

Σε όσους το επιχειρήσουν καλή επιτυχία!


Το φορεματάκι της μαμάς κι ο Γέργον ο τσιλντέας.

Image

 

Το πρώτο καλό φόρεμα της μαμάς ως μέλλουσας δεσποινίδας της το χε ράψει η Μαρία τη Κώστη που ήταν πολύ προκομμένη νύφη μας από μαύρο βελούδο και με ροζ σιφόν τριαντάφυλλο στο μπούστο δεξιά για μπουτονιέρα, με ύφασμα που της έφερε από τη Σαλονίκη η Γαλήνη, που πήγε στα καπνομάγαζα και μεγαλοπιάστηκε και κάθε που γύρναγε στο χωριό όλο και κάτι καινούργιο φόραγε κι έκαμες τις γριες να σκάνε από τη ζήλεια τους για τις ομορφάδες και τα καμώματα της.

Το ραψε το βελούδο η Μαρία, κουτί της έπεφτε της μανούλας, χάρηκε και η Γαλήνη που η φιλενάδα της ήταν λιγότερο χωριό από τα πριν αλλά μαύρο βελούδο με ροζ σιφόν στην Κόλα που να το φορέσει άνθρωπος και που να πάει με δαύτο; Ξεμανίκωτο όπως ήταν, ούτε ο παππάς  στην εκκλησία την έβαζε την έρμη με δαύτο.

Άμα το δε και η Λισάβ στήθηκε ένα μικρό δράμα με αυτοκτονίες για την εξώλης και προώλης που χε σπίτι της, ε απόσωσε και η μάνα που πίστευε τα καμώματα της δίκης της μάνας, είδε κι απόειδε πως και να της επέτρεπαν να το φορέσει ,παπούτσια στα πόδια δεν  είχε, πήρε κι αυτή το καρφί και το κάρφωσε στον τοίχο.

Ε έτσι η Λισάβ το δέχθηκε. Σε λέει νέα μόδα στις πάντες τοίχου είναι τούτο μην κακοκαρδίσω τα κορίτσια!

Μια μέρα και μια νύχτα έμεινε καρφωμένο το φόρεμα στο τοίχο αλλά η μαμά το χε περίσσιο καμάρι. Πάντα ξεπάντα ήταν η πιο όμορφη και καμιά δεν είχε τέτοια! Άμα της αγόραζαν και παπούτσια θα τα κάρφωνε κι αυτά από κάτω και θα γινόταν κούκλα το ντουβάρι.

Σαν ξημέρωσε η άλλη μέρα και πήγε και γύρισε στο χωράφι η μάνα βρήκε στον τοίχο μοναχά το καρφί και πολύ στενοχωρέθηκε. Πήγε στη δική της μάνα  που την πέρασε γενεές 14 που άφησε να της κλέψουν πράγμα και διπλά αδικημένη το αποφάσισε πως από κεινη την ώρα και μετά θα φύλαγε όλα της τα πράγματα σαν τα μάτια της. Μια που το πε μια που το καμε.

Έκτοτε συνέχεια καταχώνιαζε το ότι είχε και δεν είχε με τρελά επεισόδια σχετικά που δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν.

Τα χρόνια πέρασαν η μαμά έγινε αληθινή δεσποινίδα πήγε κι αυτή Σαλονίκη και γνώρισε από πρώτο χέρι τι καλά περνούσε η Γαλήνη στα καπνομάγαζα. Από καιρό σε καιρό γυρνούσε στο χωριό και έσκανε κι αυτή της γριες με τα όμορφα φορέματα και τα μακριά μαλλιά της.

Η Μαρία τη Θέμιστονος είχε ήδη γεννήσει τον Γέργον  και αυτός μπορεί και στο δημοτικό να ήταν όταν πήγε η μάνα μου να τον εβρεί εκείνη την ημέρα και να τον φιλήσει γιατί πολύ της έλλειπε το μωρό ( αυτό το… μωρό, άμα το λέει τα νεύρα πως με σπάει… Ο άνθρωπος σπούδασε γιατρός, παντρεύτηκε, έκαμε δυο παιδιά, είδε δυο εγγόνια, πήρε σύνταξη κι ακόμη γι αυτές  μωρό είναι…) τον καιρό που καθόταν Σαλονίκη.

Αμά ο Γέργον κοιμόταν και δυο σοκολάτες που κρατούσε στα χέρια της η μαμά γι αυτόν, σήκωσε το στρωματάκι του και τις καταχώνιασε εκεί. Όταν θα ξύπναγε το θεώρησε πολύ φυσικό πως εκεί θα ψάξει το… μωρό να βρει το δώρο της θείας.

Αυτά τα πολύ φυσικά της μάνας μου πάντα πολύ αφύσικα ήταν, αλλά ούτε αυτό είναι της παρούσης.

Στο δρόμο για το σπίτι της ήρθε αναλαμπή! Ο Γέργον ετσίλντευεν απάνητ!

Πω!Πω! Χάλια θα έκαμε τις σοκολάτες!

Γυρνάει πίσω, σηκώνει το σωματάκι-τότε μάλλον ακόμη θυμόταν που έβαζε τι – και βρίσκει το μαύρο της φόρεμα ως σελτεδάκι στο κάτω στρώμα το καλό!

Απόμεινε να το κοιτάει σα χαζή για ώρα. Από τις δυο νύφες Μαρίες που χε, η μια έραβε η άλλη έκλεβε ότι έραβε η άλλη. Συλλογίστηκε αρκετά, άφησε πίσω φόρεμα και σοκολάτες κι έφυγε.

Άμα τη ρώτησα γιατί δεν πήρε το φόρεμα της πίσω η απάντηση ήταν αποστομωτική: Αν το έπαιρνε το μωρό θα λέρωνε το καλό του το στρώμα.

Σωστά! Αυτό δεν το χα σκεφθεί. Κι άντε να τον καλοπαντρέψουμε χωρίς αυτό ε;

Ε κιτί… Μυαλά θύματα από κούνια!


Εσείν πλακία άχαρα…(8)

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,

επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει

Αργοπεθαίνει

όποιος έχει την τηλεόραση για μέντoρα του

Αργοπεθαίνει

όποιος αποφεύγει ένα πάθος,όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου

και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,

που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,

που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,

όποιος δεν διαβάζει,

όποιος δεν ακούει μουσική,

όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Pablo Neruda.

Προσφυγικοί Εγκαταλελειμμένοι τάφοι στη Βόρεια Ελλάδα. Κιλκίς.


Εσείν πλακία άχαρα…(7)

Image

Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος 
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς

Οδυσσέας Ελύτης

 

Προσφυγικοί Εγκαταλελειμμένοι τάφοι στη Βόρεια Ελλάδα. Κιλκίς.


Εσείν πλακία άχαρα…(6)

Image

 

Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές

 Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της

Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

Οδυσσέας Ελύτης.

 

Προσφυγικοί Εγκαταλελειμμένοι τάφοι στη Βόρεια Ελλάδα. Κιλκίς.